Μικρές Καθημερινές Ιστορίες

όλα εκείνα που ήθελα να σου πώ

Ξεφυλλίζοντας τη Σιωπή

Σήμερα σας παρουσιάζω ένα ακόμα αγαπημένο βιβλίο απο τα πολλά της αγαπημένης Αλκυονης με την μοναδική γραφή της και την συνεχή εναλλαγή εικόνων ,γίνεσαι ένα με τους ήρωες της ……….απόσπασμα :Αν κάποτε καθίσεις λίγο να ξαποστάσεις από τη μάχη σου,
θυμήσου μια λεξούλα που σου ξέφυγε.
Θα θελα να στην κρύψω ανάμεσα στις χούφτες σου,
(θυμάσαι το «δαχτυλιδάκι», που παίζαμε παιδιά?)
«Μαζί». «Μαζί». Τη λένε τη λεξούλα τη μαγική.
Και μη βιαστείς να την πετάξεις. Μπορεί μια μέρα
να σου χρειαστεί. Πολλά φιλιά.

Δε λέω πως δεν έχεις δίκιο να φρικάρεις.
Όμως, κρατήσου. Μην αφεθείς.
Τα πέντε πράγματα που κρύβεις μέσα σου, υπεράσπισέ τα.
Κάτι θα γίνει. Δεν μπορεί.
Η ζωή ποτέ δεν περιφρόνησε τους εραστές της.
Και κάτι άλλο. Ίσως πιο ποιητικό.
Φύτεψε άνθη στις ρωγμές της πίκρας σου.
Κι ύστερα βρες ένα μικρούλι ξέφωτο και κάθισε
ν απολαύσεις το άρωμά τους.
Α! Κι αν θέλεις, μην ξεχάσεις πως υπάρχουν πάντα κάποιοι
που αξίζει να τους προσφέρεις ένα σου χρυσάνθεμο.

Πόσες φορές, αλήθεια, συναρμολόγησες τη διαμελισμένη σου 
ψυχή? Σάμπως θυμάσαι?
Πόσες νύχτες τρύπησες, για να βγεις στο φως?
Πόση βροχή κατάπιες?
Πόσους ανέμους έκρυψες στην αγκαλιά σου?
Τώρα, μου γράφεις «Είμαι καλά. Βρήκα μια θέση στη ζωή.
Μπορεί προσωρινά. Αλλά να ξέρεις, είναι θεωρείο!
Επιτέλους, μου χαρίστηκε ο Θεός».
Αμ, δε στη χάρισε ο Θεός τη θέση μάτια μου.
Στην πούλησε. Και μάλιστα, πανάκριβα.

Το ξέρω πως κουράστηκες. Πως σώπασες.
Το ξέρω πως παραπατάς. Πως μάτωσε η αντοχή σου.
Ξέρω πως περισσότερο πληγώθηκες, όταν τελικά κατάλαβες πως
μόνος σου εσύ, μέσα σε τόση παγωνιά, δεν θα κατάφερνες ποτέ
κάτι ν αλλάξεις. (Το πένθιμο χρώμα των υάκινθων,
π.χ., αυτό δεν ήταν το τρελό, παιδικό σου όνειρο?)
Τα ξέρω όλα. Κι έχω ένα να σου πω.
Κράτα, τουλάχιστον, όσο μπορείς, τον ήχο της σιωπής σου.

Καλά. Είπαμε, να κάνεις πράγματα ανατρεπτικά.
Να προκαλείς αγκυλωμένες ηθικές, να σοκάρεις απολιθώματα,
που σου το παίζουν οδηγητές, να εξερευνάς βουνοκορφές,
να φτύνεις στερεότυπα, να κλωτσάς περιφράξεις.
Αλλά Ε! Ε! Δεν είναι πάντα απαραίτητο
να φτάνεις μέχρι τον κρατήρα του ηφαιστείου
μόνο και μόνο για ν ανάψεις το τσιγάρο σου!

Όσες φορές νόμισα, -και το νόμισα πάμπολλες-
πως θα μεταμορφώσω κάποιο βάτραχο σε κύκνο, 
ήρθε η πραγματικότητα, με μια βρεγμένη σανίδα
και μ άλλαξε τα φώτα.
Καλέ Πειράζει που το νομίζω ακόμα?

Εντάξει, σε παγίδεψαν.
Μην κλαις. Καμιά παγίδα δεν είναι πιο δυνατή από τη θέλησή σου.
Μην κλαις.
Σφύρα βρε. Σφύρα. Υπάρχει πάντα κάποιος
που θα γνωρίσει το σφύριγμά σου.

Όλοι εμείς, που σκάβουμε με τα νύχια μας τον ουρανό, 
ώρα μεσάνυχτα, για να φωνάξουμε στον ήλιο «φτου ξελεφτερία».
Όλοι εμείς, που δραπετεύουμε απ το φεγγίτη της οδύνης, 
για να φιλήσουμε στο στόμα τη χαρά.
Όλοι εμείς που μαλώσαμε στη μοιρασιά των άστρων.
Που δε συναντήσαμε ποτέ κανέναν στο δρόμο μας για να
μας δώσει πληροφορίες, κατά που πέφτει η σιγουριά.
Όλοι εμείς, που όταν βρεθούμε κάτω από ερείπια, 
διώχνουμε με χαμόγελα τους διασώστες.
Όλοι εμείς, που ψάξαμε στ αζήτητα
να βρούμε τα στολίδια της ψυχής μας.
Που κάναμε τα μεγάλα ταξίδια μας στις φτερούγες των κύκνων.
Όλοι εμείς, οι σιωπηλοί ακροβάτες μιας υπόσχεσης μάταιης.
Όλοι εμείς, που παραπλανήσαμε τους ανέμους, 
που ξελογιάσαμε τις ελπίδες.
Όλοι εμείς, που ερωτευτήκαμε ότι μας αφάνιζε.
Όλοι εμείς οι αφρούρητοι, που δεν είχαμε ποτέ ένα
άλλοθι για τα λάθη μας.
Όλοι εμείς οι αντιρρησίες της παρηγοριάς.
Όλοι εμείς, είμαστε μπάσταρδα του Θεού.
Ακόμα κι αν φοβήθηκε να μας αναγνωρίσει, 
ένα είναι σίγουρο.
Μας έχει αδυναμία. Να το ξέρεις.

«Εμείς γι αλλού κινήσαμε, γι αλλού
Κι αλλού η ζωή μας πάει».
Η νοσταλγία εκείνου του  αλλού! Η γλύκα του.
Ο απόηχος των ονείρων του. Η μυρωδιά του
Η κρυφή αλήθεια είναι πως δεν θα πηγαίναμε πουθενά αλλού.
Στο λέω εγώ, που κατοικώ μονίμως στο «αλλού».
Κι εκατό φορές να ξεκινούσαμε, σ αυτό το ίδιο μέρος θα καταλήγαμε.
Αλλά γιατί ν απαρνηθούμε τις ψευδαισθήσεις μας.
Και τι γεύση θα είχε η ζωή μας χωρίς αυτές.
Θέλεις παρέα, φίλε, για «ψεμματάκια»?
Σου ρχομαι!

Δεν ήταν φιλία αυτό που μοστράριζες.
Ένα εισιτήριο λεωφορείου ήταν τελικά, για ν απολαύσεις
μια διαδρομή.
Κι εγώ η ανόητη, η «πεπειραμένη», όταν το πήρα είδηση, 
σου είχα ήδη χαρίσει όλο το βελούδο της ψυχής μου
για ν ακουμπάς και να αισθάνεσαι πιο άνετα.
Σου δωσα και τη θέση μου στο παράθυρο, για να χεις θέα.
Σου δωσα και το νερό μου. Και τα τσιγάρα μου.
Τόση απλοχεριά πια εγώ! Η «πεπειραμένη»!

Σ αυτό το μέρος έχω ξεχάσει τις μικρές μου κούκλες.
Έχω κρύψει εκείνο το σκούρο μπλε φουστανάκι που
η μάνα μου είχε κεντήσει πάνω του τη μεγάλη άρκτο
και μου το φόρεσε στα πρώτα μου γενέθλια.
Υπάρχει μια πλακόστρωτη αυλή και μια μεγάλη 
γέρικη κληματαριά.
Ωραία! Χαράς το πράμα, θα μου πεις.
Όμως, σ ορκίζομαι πως πουθενά, πουθενά αλλού

σ όλο τον κόσμο, δε μυρίζει έτσι η γη μετά από τη βροχή



Εκδ. Καλέντης



Γεννήθηκα στο Νιο Χωριό, πολύ κοντά στα Χανιά. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος. Η μάνα μου, ονειροπόλα… Όσο ήμουνα παιδί, η οικογένειά μου περνούσε δύσκολες έως τραγικές καταστάσεις. Έτσι, αναγκάστηκα να ψάχνω από τότε τα μονοπάτια της φυγής. Εκείνη την εποχή μιλούσα με τα δέντρα, τις κάργιες που φώλιαζαν στα κυπαρίσσια του κήπου μας, τους θάμνους και τις πέτρες. Μου άρεσε, ακόμη, να φέρνω στο μυαλό μου διάφορες λέξεις και ν’ ανακαλύπτω το χρώμα και τη μυρουδιά τους. Τελείωσα τη Γαλλική Σχολή κι ύστερα ήρθα στην Αθήνα με τ’ όνειρο ν’ αλλάξω τον κόσμο. Άρχισα τις επαναστάσεις και τις ανατροπές και το μόνο που κατάφερα ήταν να σπάω συνεχώς τα μούτρα μου. Ευτυχώς που όλα έγιναν έτσι ακριβώς όπως έγιναν. Χαλάλι. Είδα, έμαθα κι ένιωσα τόσα πολλά! Όταν κατάλαβα πως δεν μπορούσα ν’ αλλάξω τον κόσμο, είπα: εντάξει, θ’ αλλάξω τον εαυτό μου. Πολύ το διασκέδασα που την πάτησα κι εκεί. Τελικά σκέφτομαι, προς το παρόν δηλαδή γιατί πάντα το ψάχνω, πως επανάσταση είναι να ‘χεις τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά· να επιμένεις, ν’ αγαπάς τη ζωή και να φροντίζεις να μην τη μολύνεις με το πέρασμά σου. Όσο για το γράψιμο, έγραφα από παιδί. Το πρώτο μου γραφτό ήταν ένα ραβασάκι στο Θεό. Η αλήθεια είναι πως, όταν μεγάλωσα αρκετά, έκανα φιλότιμες προσπάθειες να μην μπλεχτώ στα γρανάζια της λογοτεχνίας. Φοβόμουνα μήπως κάποια μέρα αυτή η ιστορία με καπελώσει. Μάταιος κόπος! Φαίνεται πως μερικοί γεννιούνται με τούτη την περίεργη διαστροφή στο κεφαλάκι τους. Τουλάχιστον με παρηγορεί το γεγονός, πως το καπέλο μου δε μου ‘κρυψε ποτέ τα μάτια και τ’ αφτιά μου. Της ίδιας: – Η μπόρα – Το κόκκινο σπίτι – Το χρώμα του φεγγαριού – Σκισμένο ψαθάκι – Αμάν… Αμάν! – Ο κάργιες – Σαν χειμωνιάτικη λιακάδα – Το τετράδιο της Αλκυόνης – Βαρκάρισσα της Χίμαιρας
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Information

This entry was posted on 13 Ιανουαρίου 2015 by in Αλκυονη Παπαδάκη,Βιβλιοπαρουσιαση,αποσπασματα,βιβλια.

Πλοήγηση

balaoritou street

εδώ συμβαίνουν όλα

1000 Booktales

Coffee, books and rays of sunshine

matobookalo

Βιβλία Αστυνομικά, Θρίλερ, Φαντασίας

Ορεινογραφίες

Άνθρωποι και βουνά, βουνά και άνθρωποι

Μελίνα Σπανού

Βιωματική μουσική εκπαίδευση

odysseas zervos

ποίηση! η πιο μεταφυσική τέχνη

Shareyourlikes

όλα εκείνα που ήθελα να σου πώ

Writink Page

Write & Share Lines

Αρέσει σε %d bloggers: